Άντρας που καπνίζει σε καρέκλα καφενείου
φωτο: Βασίλης Κολτούκης

ΤΟ ΖΑΪΡ

στη μνήμη του πατέρα μου Παύλου

ΖΑΪΡ, ΣΤΟ ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ διήγημά μου, λεγόταν ένα αυθαίρετο καφενείο στον Ποταμό της Κέρκυρας, μόλις διασχίσεις τη γεφυρούλα, δεξιά καλαμιές και ένα σαράβαλο Φίατ του ’60, κουτσουλιές, πούπουλα, η περίφραξη ενός εξοχικού, ένας σκύλος δεμένος σε πάσαλο – γύρω του λεκάνες με νερό, ίσως ένας τρελός που κρύβεται στους θάμνους, ένα πεσμένο πιστόλι κι ένα τσίγκινο κόσκινο στην κοκκινωπή δεντροστοιχία. Ο τίτλος του διηγήματος παραπέμπει  με χαρακτηριστική –για έναν άπειρο συγγραφέα– λογοτεχνική φιλοπαιγμοσύνη στον Μπόρχες, παρότι το δικό μου ζαΐρ δεν ενοφθάλμιζε στους κύκλους του κανέναν Θεό. Αρχικά, ο ιδιοκτήτης του καφενείου είχε έναν τυφλό ανιψιό, του οποίου η παρουσία  αποδυνάμωνε την αφήγηση. Σήμερα τον αντιμετωπίζω ως ένα τραχύ παρείσακτο πρώτο πρόσωπο πληθυντικού. Ήταν ισχνός, και έπρεπε να φορά παλιό κοστούμι. Για τον θάνατό του είχα σχεδιάσει τρεις εκδοχές.

Πρώτη – από πνιγμό στην ελώδη ρεματιά, ύστερα από απανωτά ποτήρια ρετσίνα, ξημερώματα Δεκαπενταύγουστου του ’74. Το καφενείο έχει αδειάσει. Οι ψάθινες καρέκλες μοιάζουν με καμένο δάσος, και το αγέρι σβήνει από το ίδιο του το βάρος. Δεύτερη – ένα αυτοκίνητο τον χτυπά στην οδό Ανθέων. Οι ταξιτζήδες στολίζουν τον νεκρό, και ένας περαστικός σηκώνει απ’ το παρτέρι το ραγισμένο μπαστούνι. Τρίτη – ο φύλακας άγγελος παρασέρνει τον τυφλό στις καλαμιές. Ο τυφλός διχοτομείται ή διπλασιάζεται από ένα τελευταίο ενύπνιο: ο ουρανός είναι ένα τείχος μαραμένης βλάστησης. Τα φύλλα τρίβονται στη θάλασσα όπως όταν πετάς μια χούφτα άμμο.

Και στις τρεις εκδοχές, ο ήρωας του διηγήματός μου είναι ένας εκ γενετής τυφλός. Ο θείος του τον περιγράφει με τα επίθετα αλαζόνας και δύστροπος. Το ότι διαπληκτίζεται με τους θαμώνες άνευ αιτίας, ήταν μια σκηνή λίγο πριν το τέλος του πρώτου σχεδιάσματος, που έκλεινε με τη φράση: στους έρημους δρόμους. Το ζαΐρ που ταλαιπωρεί τον ήρωά μου λέγεται σκοτάδι. Λέγεται, ωστόσο, ότι τους τυφλούς τούς οδηγεί ένα λευκό κριάρι, τονίζοντας έτσι την υποτυπώδη χαλιναγώγηση της ζωής τους από τους αγγέλους.

Δίνω τη λανθασμένη εντύπωση ότι το πρωτόλειο εξιστορούσε το τελευταίο βράδυ ενός ανθρώπου που είχε χάσει την όρασή του. Σε μεταγενέστερη εκδοχή, ο τυφλός εμφανίζεται στο πλευρό ενός ερωτοχτυπημένου παλικαριού. Στη Δωδέκατη νύχτα ο Φέστε λέει: Θαρρώ πως είδα την εξοχότητά σου εκεί. Ο τυφλός μιλά όπως ο Φέστε, και η παρουσία του στο διήγημα μοιάζει με εξοστρακισμένη σφαίρα. Το ενδιαφέρον υπονοείται στο πρόσωπο της απούσας, της οποίας τα ξανθά μαλλιά  ανακαλούν στον τυφλό τη μυρωδιά του κεριού.

Το θέμα μου ήταν η λησμονιά, η επισώρευση χρονικών ανακλάσεων πάνω στην αδύναμη μνήμη, κι ο τυφλός έπρεπε να δώσει τη θέση του στον αναγνώστη. Εμπνεύστηκα τον κύριο Μωυσή Πρωτέα από ένα τυχαίο περαστικό. Ο Μωυσής Πρωτέας έχανε τη γενειάδα του, αποκτούσε σπαστά μαλλιά, άλλαζε ύψος και γινόταν ναυτικός, συνταξιούχος δικαστής, βωμολόχος, εργάτης ορυχείων, γραφιάς, μπολσεβίκος, σερβιτόρος, νεκρός στρατιώτης, άνεργος, ηλικιωμένος, αυτοτιμωρούμενος, έφηβος, ηθοποιός, πτώμα. Μιλά σαν να πάσχει από αδυναμία συγκέντρωσης. Κάποιος θαμώνας ξαναθυμάται στις μορφές του Μωυσή Πρωτέα μια παλιά λογομαχία με έναν άγνωστο. Ο Μωυσής Πρωτέας παίρνει τη μορφή του θαμώνα, μα ήδη μια νέα μορφή έρχεται να χωνέψει την παλιά στο προσωπείο των ρυτίδων ενός υπουργού. Οι θαμώνες εγκαταλείπουν το καφενείο, κι ένα αυτοκίνητο με τουρίστες διασχίζει τον χωματόδρομο σηκώνοντας σκόνη. Οι κορυφές των δέντρων σείονται από τον αέρα, ένας άντρας ξηλώνει με τα χέρια του μια παράγκα στο τέλος του μονοπατιού.

Τα θραύσματα του διηγήματος που θα λεγόταν Το ζαΐρ, έχουν αλλοιωθεί σημαντικά. Ένας μέρος τους απορροφήθηκε από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων, με τον τρόπο που θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από μια πλατύτερη αφήγηση, όπως αυτήν του χρόνου. Ο τυφλός έδωσε τη θέση του στον Μωυσή Πρωτέα και το καφενείο περιπίπτει στην αφάνεια, η τεντωμένη αλυσίδα του σκύλου μπλέκεται σε έναν ιωνικό κίονα, τα ποτήρια πέφτουν από τον ξαφνικό αέρα, κάποιος κρύβεται με το πιστόλι στην κοκκινωπή δεντροστοιχία, ένας θαμώνας αναζητεί τον Θεό στα σκισμένα καθίσματα του παρατημένου Φίατ.

Ακουμπώ την πλάτη μου στον τοίχο για να γράψω τον ύστατο ψόγο ενάντια στη λησμονιά: από τον χωματόδρομο έρχεται ένας ψηλός άνδρας, το σκοτάδι κρύβει το πρόσωπό του. Είναι σίγουρα ο πατέρας μου, κι αμέσως σκέφτομαι ότι θα τον θυμάμαι όσο ζω.

~.~

(Από την ανέκδοτη συλλογή: Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε, ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου)

Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Πρώτο βιβλίο του που εκδόθηκε ήταν η ποιητική συλλογή Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (εκδόσεις Το Ροδακιό, 2012). Το 2014 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Βένουσμπεργκ (εκδ. Αντίποδες) και προσφάτως το σπονδυλωτό αφήγημα για τους παλαιστές του Μεσοπολέμου με τίτλο: Παλαιστές (εκδ. Ποταμός, 2016).
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ