Οι ποιητές Αλέξιος Μάινας και Ειρήνη Μαργαρίτη διαβάζουν στα Χανιά, 31.5.2017

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΥΖΗΤΟΥΝ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ

ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΥΖΗΤΟΥΝ

Δύο εκπρόσωποι της νέας γενιάς της ελληνικής ποίησης/λογοτεχνίας έρχονται στα Χανιά και παρουσιάζουν το έργο τους:

Αλέξιος Μάινας  και  Ειρήνη Μαργαρίτη

Την  Τετάρτη  31 Μαΐου 2017,  ώρα 20:00
στο καφέ του Στούντιο Όξω Νου

Οι συγγραφείς/ποιητές Αλέξιος Μάινας και Ειρήνη Μαργαρίτη θα βρεθούν στα Χανιά στο ξεκίνημα του φετινού καλοκαιριού, θα παρουσιάσουν και θα συζητήσουν για το δικό τους έργο και τη νέα λογοτεχνική γενιά στην Ελλάδα, και θα μας ταξιδέψουν με ποιήματα και διηγήματά τους.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο ποιητής και συγγραφέας Λεωνίδας Κακάρογλου.

Μουσικά διαλείμματα: Ζέτα Κολάρου Μαρκαντωνάκη.

Θα χαρούμε να σας δούμε, να συζητήσουμε με τους συγγραφείς και να τους αφήσουμε να μας εισάγουν λογοτεχνικά στο φετινό καλοκαίρι.

Στούντιο Όξω Νου
Αγίας Κυριακής 29
73133 Χανιά
τηλ.: 28210 45585 και 697 269 4294

Σύντομα βιογραφικά των καλεσμένων συγγραφέων:

Η Ειρήνη Μαργαρίτη γεννήθηκε το 1979. Σπούδασε θέατρο και εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Η ποιητική συλλογή της Φλαμίνγκο (εκδόσεις Μελάνι, 2014) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης, και απέσπασε το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η συλλογή διηγημάτων της: Επιλεγμένα είδη.

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση. Η ποιητική συλλογή του Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, και βραβεύτηκε στο Συμπόσιο Ποίησης το 2012. Πιο πρόσφατη συλλογή του είναι: Το ξυράφι του Όκαμ (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί: Ο διαμελισμός του Αδάμ.

~~..~~

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ:

Φλαμίνγκο της Ειρήνης Μαργαρίτη - εξώφυλλο

Ειρήνη Μαργαρίτη (*1979) 

 ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ  

Σήμερα πέθανε μια πεταλούδα
Στο σπίτι μου
Τη βρήκα δίπλα στο κρεβάτι
Άσχημη πεταλούδα
Και νεκρή

Μυστήρια του έρωτα,
δεν υπάρχει τίποτα πια που να μπορώ να κάνω
Εκτός από αυτό που πρέπει

Πήρα το μικρό άψυχο σώμα
και το έβγαλα έξω
Στη βεράντα
Στο κρύο
Να θαφτεί μες στον αέρα που φυσάει και
φεύγει

(Από τη συλλογή: Φλαμίνγκο, εκδ. Μελάνι, 2014)

~.~

Ειρήνη Μαργαρίτη

(άτιτλο) 

Μια γυναίκα ουρλιάζει στο δρόμο
Την κοιτάω απ’ το παράθυρο
Στο τηλέφωνο
…ουρλιάζει
Ύστερα πέφτει κάτω
Και συνεχίζει να ουρλιάζει

Σ’ αυτή τη γλώσσα…
ή σε μια άλλη
Δεν έχει σημασία
Υποφέρει.

(Από τη συλλογή: Φλαμίνγκο, εκδ. Μελάνι, 2014)

***.***

Αλέξιος Μάινας  (*1976)  

Η ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΙΧΟΥ 

Το βάρος της αίσθησης του γνωρίζω.

Θα ’θελα η ζωή να μην είναι
αυτό το αύθαδες κορίτσι
που είδαμε να κάθεται με τις φακίδες του
και τη χοντρή πλεξούδα στη μάντρα
κι ονομάσαμε σύμβολο
γιατί κατεβαίναμε για μπάνιο
μετά τη δύση του ήλιου
και πλαντάζαμε μέσα μας
γιατί ξέραμε ότι σημαίνει
πως δεν είναι αυτό που δείχνει.

(Από τη συλλογή: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου, εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

~.~

ΑλέξΤο ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα - εξώφυλλοιος Μάινας

(Προχθές βράδυ)
Η απόσβεση της ζωής

Ο Μάκης της Βίκυς την Τρίτη είχε γενέθλια
και μαζευτήκαμε οι παλιοί των φοιτητικών.
Ό,τι μας άφησε η ωρίμανση, ο μύθος
των διατροφικών συμπληρωμάτων.
Νιάτα, ακαθαρσίες.
(Κάποιοι ξέμειναν στις αποβάθρες. Άλλους τους πήρε το τρένο.
Η Γιώτα χάλασε.)
Δόθηκαν δώρα απ’ το πορτμπαγκάζ
και περιτυλίγματα με ευχές και σακούλες
κεριά που δε σβήνουν.
Το σπίτι γέμισε γραβάτες με πτώματα που τρώγαν τούρτα.
Ο Μάκης γελούσε όλο το βράδυ, έκανε προπόσεις
έκανε πλακίτσες, τσιμπούσε στο μάγουλο.
Τον τραβούσε η γωνιά με τις καλλίγραμμες
που αναμόχλευαν τα γόνατα στον καναπέ.
Πλησίαζε για να κορτάρει τα κραγιόν
ψιθύριζε βρομιές κι έσκυβε να τις πνίξει με το γέλιο
στο μανίκι του.
Κάποια στιγμή μού λέει
δες με και φέτος
είμαι η ψυχή της παρέας
θέλω να φέρεις ένα κανόνι και να πετάξω
σαν άνθρωπος-οβίδα.

(Από τη συλλογή: Το ξυράφι του Όκαμ, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014)

~~..~~

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ:

Επιλεγμένα είδη της Ειρήνης Μαργαρίτη - εξώφυλλοΕιρήνη Μαργαρίτη 

LITTLE GIRL BLUE
Διήγημα
(Απόσπασμα)

Χθες με πήρε τηλέφωνο στις 00:48. Εκείνη την ώρα μιλούσα με μια φίλη μου. Της το ’κλεισα κι απάντησα σ’ αυτόν. Αυτός είναι ο σημαντικός. Είναι ο πιο σημαντικός. Είναι το πιο ηλίθια σημαντικό πράγμα που συμβαίνει στη ζωή μου. Με ρώτησε τι κάνω και του απάντησα ότι είμαι μόνη. Ο συγκάτοικος με εγκατέλειψε. Πήγε διακοπές. Κακόμοιρο κορίτσι, μου λέει. Και τι θα κάνεις; Έχεις κάτι να μου προτείνεις; του λέω. Να βρεθούμε, μου λέει. Σκέφτομαι, επιτέλους αποφάσισε. Του λέω, θες να ’ρθεις από δω; Μου λέει, δεν έχω λεφτά πάνω μου και το τελευταίο τρένο πέρασε στις δώδεκα. Είμαι έτοιμη να του πω, πάρε ένα ταξί και θα το πληρώσω εγώ, τίποτ’ άλλο, μόνο να ’ρθεις εδώ και θα πληρώσω εγώ, θα κάνω τα πάντα για να ’ρθεις στο σπίτι μου. Μόνο έλα και θα σου μαγειρέψω αν πεινάς και δεν θα σε κάνω να σκέφτεσαι αφού δεν θες, στ’ ορκίζομαι, θα είμαι το καλύτερο κορίτσι του κόσμου. Αλλά χτυπάει το σταθερό και το ακούει ρε γαμώτο και μου λέει, καλά, θα μιλήσουμε, και του λέω όχι, περίμενε, όμως το κλείνει. Είναι η φίλη μου πάλι. Είναι θυμωμένη. Μου λέει, αισθάνομαι ότι με εκμεταλλεύεσαι, ότι υπάρχεις μόνο στη δική σου σφαίρα. Μιλάει ασταμάτητα. Λέει ότι είμαι εγωίστρια και ότι τώρα που έχει πραγματικά ανάγκη επειδή της έκλεψαν το laptop και δεν έχει λεφτά κι είναι μόνη στην Ολλανδία χωρίς κανέναν τρελό έρωτα να ασχολείται, εγώ εξαφανίστηκα. Γαμώτο δεν μπορώ να το κλείσω, μάλλον παίζεται η φιλία μας. Μιλάω και περπατάω νευρικά. Έχω γυρίσει όλο το σπίτι έντεκα φορές. Αλλά δεν θα το λύσουμε, γαμώτο, σύντομα. Δεν θα το λύσουμε. Κι ο χρόνος περνάει. Και τον ξέρω, μπορεί να του περάσει. Δεν πρέπει να του περάσει, όχι σήμερα, πρέπει να τον δω απόψε κι η φίλη μου συνεχίζει να μιλάει κι εγώ σκέφτομαι να προσβληθώ. Δεν πάει άλλο, κάτι πρέπει να κάνω για να της το κλείσω. Της λέω, αν το πιστεύεις αυτό (κάτι μου είπε) δεν μπορούμε να μιλάμε άλλο. Αλλά δεν πιάνει. Τι να κάνω; Ξέρει ότι μίλησα μαζί του, άρα είμαι πάλι στη σφαίρα μου. Θα θυμώσει πολύ. Και συνεχίζω να μιλάω. Έτσι πρέπει. Να ασχοληθώ. Έχουν περάσει δώδεκα λεπτά που με κατηγορεί και ξαφνικά λέω, κλείνω, καλό βράδυ. Χωρίς λόγο, απλώς είπα ότι θα το κλείσω. Μου είπε εντάξει, κι εγώ μάλλον έχασα μια φίλη.

Έχουν περάσει δεκατρία λεπτά και τον παίρνω τηλέφωνο. Δεν απαντάει. Το ήξερα. Γαμώτο, το ήξερα. Ξαναπαίρνω μήπως είναι στο μπάνιο. Δεν απαντάει. Μπορεί να έρχεται, σκέφτομαι, να είναι στον δρόμο και να μην το ακούει. Στέλνω μήνυμα ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; κι ανοίγω την μπαλκονόπορτα. Δεν του έχω πει όνομα στο κουδούνι. Μπορεί να έχει ξεχάσει το κινητό του σπίτι. Και δεν ξέρει το όνομα στο κουδούνι. Είμαι στη βεράντα και σκέφτομαι, δεν γίνεται ρε πούστη, όχι σήμερα.

Και τότε το παίρνω απόφαση ότι θα πάω εγώ. Αλλά τον προειδοποιώ. ΑΝ ∆ΕΝ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΑ ΕΡΘΩ ΕΓΩ. Τίποτα. Καμία απάντηση. Παίρνω τηλέφωνο έναν φίλο.

Κοίτα τι μου κάνει, του λέω, είναι απίστευτος. Θα πάω και θα τα κάνω όλα λίμπα. Τι να σου πω, μου απαντάει, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Με προκαλεί, θέλει να με τρελάνει, του λέω. Ηρέμησε, μου λέει. Καλά, του λέω. Κλείνω, αλλάζω μπλούζα, βάζω μάσκαρα, χτενίζομαι και φεύγω.

Παίρνω ταξί. Ο οδηγός είναι μεθυσμένος κι αντί να ξεκινήσει, μιλάει μ’ έναν άλλο που έχει σταματήσει δίπλα μας. Πού να πάνε, λένε. Τα νεύρα μου. Βιάζομαι, λέω. Τίποτα. Να πάνε στη Μαρία στην Κεφαλληνίας, λένε, οπότε αρχίζω να ουρλιάζω. Είστε καλά; Βιάζομαι σας λέω, θα κατέβω, ξεκινήστε, βιάζομαι, καταλαβαίνετε; Ξεκινάει. Με κοιτάει. Βλέπει μια τρελή; Άγιο Νικόλαο, του λέω.
(…..)

(Από τη συλλογή διηγημάτων που μόλις κυκλοφόρησε: Επιλεγμένα είδη, εκδ. Μελάνι, 2017)

***.***

Εξώφυλλο διήγημα "Φ" - Αλέξιος ΜάιναςΑλέξιος Μάινας   

Φ
Διήγημα
(Απόσπασμα)

Σε ό,τι περάσαμε.

Υπάρχουν, πες, αινιγματικοί άνθρωποι, ξένοι, παράξενοι, ανοίκειοι, με ιστορίες που τους σημάδεψαν, που δεν τις γνωρίζουμε και που είναι ο λόγος που δεν τους καταλαβαίνουμε. Κι υπάρχουν άνθρωποι αινίγματα, για τους οποίους τα γνωρίζουμε όλα, που δεν έχουν μυστικά, που όμως δεν τους κατανοούμε. Όπως η Φαίδρα. Γεμάτοι παράδοξα, γεμάτοι αντιφάσεις, αυτό που οι λογικολόγοι λένε coincidentia oppositorum[1].

Είναι Αύγουστος και δε θέλει να πάμε διακοπές. Όλο το χειμώνα –και την άνοιξη– μου ’φαγε τ’ αφτιά με τα «ανεξερεύνητα» νησιά, τα δωμάτια και τις ημιδιατροφές που ’βρισκε στο ίντερνετ, και τώρα θέλει να κάνει διακοπές στις γλάστρες της μπαλκονίας. Έβαλε και βασιλικό, λέει, που σπάει τη μύτη. Αγόρασε μια τεράστια ξύλινη ξαπλώστρα με άσπρο μαξιλάρι-στρωματάκι, αράζει και χαζεύει τον Λυκαβηττό με τις ώρες σαν να βλέπει τους καταρράκτες του Νιαγάρα. Για μπάνιο δε λέει όχι, αρκεί να ’ναι κάπου «υποφερτά». Δηλαδή σαράντα λεπτά το πολύ.

Βγήκαμε χθες προς Ανάβυσσο. Στο δρόμο είχα βάλει Κατσιμιχαίους και της μιλούσα για τα nineties και τον θάνατο της κασέτας και του παλιού καλού βίντεο. Δεν έλεγε τίποτα. Κοιτούσε τους ανώφελους, καμένους λοφίσκους περνώντας από Λαγονήσι.
– Τι είν’ αυτά; μου λέει.
– Τι εννοείς; κάνω.
– Τι είν’ αυτά, μωρέ, τι είν’ αυτά; Μετά σιωπή πάλι. Δεν τόλμησα να ξαναρωτήσω. Άβυσσος.

Ο ήλιος άστραφτε στους θερμοσίφωνες δυο σπιτιών. Πιο κάτω ήταν η θάλασσα. Δεν ακουγόταν. Μερικά δέντρα συνόδευαν τον πηγαιμό μέχρι τα βράχια. Βγήκαμε στην παραλιακή, περάσαμε τη Σαρωνίδα. Ένα ερωτηματικό μπούκωνε τον αέρα στο αυτοκίνητο, η σιωπή είχε ένα φωτοστέφανο μομφής κι αποδοκιμασίας, μια αύρα απομάκρυνσης, σαν να σιωπούσαμε για τον ίδιο λόγο προς αντίθετες κατευθύνσεις, δυο σκάφη, άλλα φυσούσε για το καθένα από άλλη μεριά.
– Φοβερός ήλιος σήμερα. Πώς δε λιώνουν οι σκεπές…
– Τι λες μωρέ; κάνει.
– Λέω…

Πιο μετά φτάσαμε. Αφήσαμε αναγκαστικά τον ήλιο στ’ αυτοκίνητο, πήραμε τη φουσκωτή βάρκα, την τρόμπα και τη μάσκα απ’ το πορτμπαγκάζ και πήγαμε προς την άκρη, εκεί που ’ναι ο Άγιος Νικόλας και δεν έχει τόσο κόσμο. Εγώ φούσκωνα την ατομική μου βάρκα για να βγω σουλάτσο στον ήλιο, γλιστρώντας μέχρι το απέναντι νησί. Φύσαγε προς τ’ ανοιχτά. Ελάχιστο κυματάκι ανθυποπάφλαζε στις πατούσες μου χωρίς να βγάζει καθόλου αφρό. Φαινόταν παντού ο πάτος σαν σε ενυδρείο με κόκκινα ψάρια. Γύρω κορμιά σε ψάθες, κάποια μισοκαμένα. Ένα πολύπλοκο πεύκο έριχνε θύσανους σκιάς στην άμμο. Σε κάποια σημεία έμοιαζαν ν’ απορροφούνται σαν κηλίδες γκρίζου νερού και σε άλλα να την αναδεύουν ή να την παρασέρνουν λίγο πιο κει σαν σάρωθρα.

Η Φαίδρα είχε πετάξει από πάνω της το γυαλιστερό ροζ φορεματάκι που έμοιαζε με νυχτικιά και είχε ξαπλώσει ήδη διάπλατα στις πετσέτες μας. Μια απ’ τις πρώτες προτάσεις της ημέρας που άκουσα απ’ τα χείλη της ήταν: «Δεν πας να δεις αν είναι κρύα;» Είχε βάλει τα γυαλιά ηλίου κι έμοιαζε να μην αναπνέει. Την παρατηρούσα στο μοβ μπικίνι της, με το διαμαντάκι του αφαλού και το περισφύριο στο δεξί της πόδι. Αυτό το σώμα, άσπρο ακόμα αλλά σχεδόν χρυσό, ήταν κάτι μεταξύ επιχειρήματος και απόδειξης. Ήταν τόσο αρμονικό, ξεχασμένο και έκθετο που σκέφτηκα πως θα μπορούσε ν’ αρχίσει να βρέχει. Χάζευα το σπάνιο μαβί μαγιό πάνω στο πελιδνό τέλειο δέρμα και γνώριζα ό,τι γνώριζα. Σίγουρα ήξερε να ξαπλώνει. Η στάση την αναδείκνυε. Έμοιαζε εντελώς ευχαριστημένη, αυθύπαρκτη, σαν φωτογραφία περιοδικού. Το πρόσωπό της, ελαφρώς στραμμένο στα πλάγια, μειδιούσε σαν να ψιθύριζε κάτι. Αναρωτήθηκα αν είχα ξαναδεί το μπικίνι και το καφέ μπουκάλι δίπλα στα μαλλιά της απ’ το οποίο είχε βάλει παντού. Υπήρχε λοιπόν το καλοκαίρι ή ήταν ένα είδος μυρωδιάς;
(…..)

(Από την ανθολογία διηγημάτων: Εν κινήσει, εκδ. Größenwahn Verlag, Φρανκφούρτη, 2010)

[1] Σ.τ.Σ. Σύμπτωση των αντιθέτων.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ