Ο σκηνοθέτης Γιόνας Μέκας
Δεξιά: Ο λιθουανός σκηνοθέτης Γιόνας Μέκας (*1922)

ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΟΝΑΣ ΜΕΚΑΣ

Αν κάτι δεσπόζει στα ημερολόγια του Γιόνας Μέκας (Jonas Mekas) είναι η αναζήτηση του «Heim» κι ό,τι αυτό συνεπάγεται και συμβολίζει: το μητρικό χάδι, τη χαμένη αθωότητα, την οικογενειακή εστία, τον πρότερο τόπο και χρόνο, τη μητέρα-φύση, την πατρίδα με την ευρύτερη έννοια που όλα τα περικλείει – δίχως όμως ο ίδιος να καταβυθίζεται στιγμή σε έναν άκρατο και αμετροεπή νόστο, που συχνά διαποτίζει και καθηλώνει τους δημιουργούς σε έναν αντιπαραγωγικό, μεμψίμοιρο  συναισθηματισμό. Γιατί, «Ιστορία σημαίνει de profuΆνθρωποι σε χωματόδρομο - Γιόνας Μέκαςndis ροή που σαρώνει και παρασέρνει τα πάντα στο διάβα της κι είναι πάντοτε, ως πεδίο πράξης, απόφασης, γίγνεσθαι, ζήτημα παρόντος και μέλλοντος»[1], κι αυτό ο Μέκας φαίνεται να το γνωρίζει καλά. «Είσαι ευπρόσδεκτος να τα διαβάσεις [τα ημερολόγια] σαν τα θραύσματα από τη ζωή κάποιου. Ή σαν ένα γράμμα από έναν ξένο που νοσταλγεί το σπίτι του. Ή σαν μυθιστόρημα, αμιγή μυθοπλασία. Ναι, είσαι ευπρόσδεκτος να τα διαβάσεις ως μυθοπλασία. Το θέμα, η πλοκή που ενώνει όλα τα κομμάτια είναι η ζωή μου, το μεγάλωμά μου. Ο κακούργος; Ο κακούργος είναι ο 20ος αιώνας».

Ο Γιόνας Μέκας γεννιέται το 1922 σε ένα μικρό χωριό της Λιθουανίας. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του και το πατρικό του σε ηλικία 22 ετών. Τον αναζητούν οι Γερμανοί για την αντιστασιακή του δράση: τύπωνε και μοίραζε υλικό ενάντια στις δυνάμεις κατοχής. «Σήμερα, το τρένο μας σταμάτησε στο Dirschau, κοντά στο Danzig. Είμαστε στο δρόμο για όγδοη συνεχή ημέρα. Δεν είμαι ούτε στρατιώτης, ούτε αντάρτης. Δεν έχω ούτε τη σωματική ρώμη, ούτε την πνευματική αντοχή για αυτή τη ζωή. Είμαι ποιητής. Ας πολεμήσουν μεταξύ τους οι μεγάλες χώρες. Η Λιθουανία είναι μικρή. Σ’ όλη μας την Ιστορία, οι μεγάλες δυνάμεις παρήλαυναν πάνω από τα κεφάλια μας. Αν αντισταθείς ή αν δεν είσαι προσεκτικός, θα γίνεις σκόνη ανάμεσα στους τροχούς της Ανατολής και της Δύσης. Το μόνο που μπορούμε να πράξουμε εμείς, οι μικρές χώρες, είναι με κάποιο τρόπο να επιβιώσουμε… Δεν θέλω ολωσδιόλου να είμαι μέρος αυτού του πολέμου».

Ο Μέκας επιχειρώντας να διαφύγει στη Βιέννη, συλλαμβάνεται και κρατείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και αναγκαστικής εργασίας, σε ένα προάστιο του Αμβούργου. Μετά το τέλος του πολέμου, περιπλανιέται με τον αδερφό του Αντόλφας στις ερειπωμένες γερμανικές πόλεις και ζει σε στρατόπεδα μετεγκατάστασης και σίτισης. Σπουδάζει για δυο χρόνια φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Μάιντς και το 1949, με τη συνδρομή του Οργανισμού Προσφύγων των Ηνωμένων Εθνών, μεταναστεύει οριστικά στην Αμερική. Ο ίδιος δεν μπορεί να επιστρέψει στη Λιθουανία, οι Σοβιετικοί τον θεωρούν ταραξία, αντίστοιχα τον είχαν αντιμετωπίσει και οι ναζί[2]. «Στις 28 Οκτωβρίου 1949, το General Howze αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, μεταφέροντας 1.352 πρόσφυγες. Ήμουν ένας από αυτούς. Εγκαταστάθηκα στο Williamsburg, τη φτωχότερη γειτονιά του Brooklyn, αλλά αυτή ήταν η πιο τυχερή μέρα της ζωής μου».

Μέσα από τα ημερολόγιά του, ο Γιόνας Μέκας αναζητά διαρκώς το «σπίτι» (Heim) του, είτε στην προσωπική, είτε στη συλλογική Ιστορία, σε τόπους και πρόσωπα του παρόντος και του μέλλοντος, στο τετριμμένο που βρίθει νοήματος και σημασίας, και κατορθώνει να αποτυπώσει αβίαστα αυτή την αέναη αναζήτησή του, όχι μόνο στα σημειωματάριά του, αλλά μετέπειτα και στο φιλμ, αναθεωρώντας έτσι τον χώρο και τον χρόνο εκ νέου, με το βλέμμα αυτή τη φορά του κινηματογραφιστή.

Κι ενόσω τα ημερολόγια μιλούν για μια καταστροφή ολοκληρωτική –«Στο Kassel ξεμείναμε από νερό και φαγητό. Περπατήσαμε για μίλια μέσα από τα συντρίμμια του Kassel ψάχνοντας για  το Ernährungsamt (Γραφείο Σίτισης). Δεν είδαμε ψυχή… Δεν έχω ιδέα πώς θα καθαρίσουν αυτό το χάλι. Είναι ευκολότερο να χτίσουν άλλη πόλη σε άλλο μέρος, και να αφήσουν την παλιά ως έχει, σαν μαρτυρία»– τα πλάνα που συνοδεύουν τα ημερολόγια του Μέκας αποδίδουν το παρόν, την πόλη του Κάσσελ που πάλλεται από ζωή, τη φύση που έχει θεριέψει, και στο περιθώριο, τα μνημεία που έχουν στηθεί και τη μνήμη που φθίνει.

Ο Μέκας κατοικεί πρωτίστως στην ποίηση, στη συμπύκνωση και την αντίστιξη. Η εικόνα έρχεται σαν φυσική προέκταση των ασύνειδων υλικών του λόγου κι είναι θολή, ασυνεχής, σπασμωδική, προσωπική, υποκειμενική, εστιάζει κάθε φορά σε πρόσωπα και αντικείμενα, σημαντικά ή ασήμαντα για τον ίδιο, και τα επανεφευρίσκει, προσδίδοντας τους όχι μόνο περαιτέρω διάρκεια, αλλά και μια ακόμη βαθύτερη, σχεδόν μεταφυσική σημασία – εκείνη που πηγάζει από την τέχνη της ενδελεχούς και παρατεταμένης παρατήρησης και καταγραφής.

Η κινηματογράφηση του Μέκας είναι επεισοδιακή και αποσπασματική, όπως η ίδια η μνήμη, καλπάζει, ξανοίγεται, υπαναχωρεί και ανασυντάσσεται με συνειρμούς, καθρέφτες του εαυτού και των ποικίλων προεκτάσεών του. Η κάμερα βρίσκεται πάντοτε στο χέρι. Ενίοτε ξαποσταίνει σε πρόσωπα που μοιάζουν με ανάγλυφους χάρτες και κουβαλούν το παρελθόν, ή στη φύση που μπορεί και συγχωρεί, γιατί δεν έχει μνήμη της φρίκης. Η αφήγησή του είναι «υποτυπώδης», γιατί αυτό που κατ’ ουσία τον κινεί, ωθεί και παρακινεί, είναι μια κοινή θεματική – αυτή του Εαυτού που αποζητά, ­δίχως σταματημό, να ξαποστάσει στο οικείο. «Βρίσκομαι κι εγώ σε ένα τρένο, με ό,τι δύναμαι να κουβαλήσω, δίχως υπάρχοντα και δίχως χώρα. Είμαι τσιγγάνος. Είμαι ο αιώνιος Εβραίος. Είμαι εκτοπισμένος. Ωστόσο, ούτε χορεύω, ούτε τραγουδώ».

Αυτή η σύνθεση λόγου και εικόνας, αυτό το διαλεκτικό συνταίριασμα των ημερολογίων του «τότε» με την εικόνα του «τώρα», του αιώνιου νομάδα που μάταια αναζητά καταφύγιο στον χωροχρόνο, φέρνει φευγαλέα στο μυαλό το σάλεμα της κουρτίνας ένα ζεστό απόγευμα τ’ Αυγούστου, τη σκουριά στο παιδικό ποδήλατο δίπλα στα εργαλεία της κλειστής αποθήκης, τις γεμάτες σακούλες με ψώνια από τη λαϊκή μιας ηλικιωμένης με καμπούρα, το ζωηρό βηματισμό ενός αγνώστου που αναπολεί ένα αγαπημένο, εκλιπόν πρόσωπο. Γιατί σε κάθε τι που επαναφέρει και αναβιώνει το παρελθόν, υπάρχει το μέλλον, η ίδια η ζωοποιός δύναμη που θέτει σε κίνηση την επόμενη μέρα και φωτίζει το ίδιο το θαύμα της ζωής: «Τρέξτε παιδιά, τρέξτε, τα παιδιά πρέπει να τρέχουν, κι εγώ έτρεξα κάποτε, για τη ζωή μου».

Τον Αύγουστο του 1985, ο Γιόνας Μέκας συμπληρώνει: «Καθώς ξαναδιαβάζω αυτά τα ημερολόγια, δεν γνωρίζω πια – πρόκειται για αλήθεια ή μυθοπλασία; Όλα επανέρχονται με τη ζωηράδα ενός κακού ονείρου, που σε κάνει να πετάγεσαι από το κρεβάτι τρεμάμενος. Τα διαβάζω σαν να πρόκειται όχι για τη δική μου ζωή, αλλά κάποιου άλλου, σαν αυτά τα δεινά να μην ήταν ποτέ δικά μου. Πώς μπόρεσα να τα αντέξω; Για κάποιον άλλον πρέπει να διαβάζω».

Πηγές:
– Jonas Mekas, I Had Nowhere to Go, Spector Books, 2017
Αναμνήσεις από τη Γερμανία, 16mm, 25΄, 1971/1993, επεξεργασμένο το 2012
Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία, 16mm, 82΄, 1972

[1] Στάθης Γουργουρής, Ενδεχομένως αταξίες: Κείμενα Ποιητικής και Πολιτικής, Νήσος, 2016 (σ.215)
[2] Amy Taubin, http://www.documenta14.de/gr/artists/5572/jonas-mekas

~.~

* Η τιμητική προβολή για τον Jonas Mekas θα επαναληφθεί την Κυριακή 30 Μαΐου στην Ταινιοθήκη στο πλαίσιο της documenta 14.

Η Κάλλια Παπαδάκη είναι πεζογράφος και σεναριογράφος.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ