ΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΔΥΟ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Στην (νέα) περιγραφική/ενημερωτική –όχι αξιολογική– ΣΤΗΛΗ/ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
με τίτλο ΔΕΙΓΜΑ, θα αναρτώνται επαρκή για μια πρώτη αίσθηση
δείγματα από τα βιβλία που λαμβάνουμε στη θυρίδα
του περιοδικού Αποικία
:
Τ.Θ. 66539, Παπάγου 15610 

~.~

Δείγμα από δύο ποιητικές συλλογές των εκδόσεων Θράκα (2017)

Στέλλα Δούμου– Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο (εκδόσεις Θράκα, 2017)

ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΔΩΜΑΤΙΩΝ 

Αφήνετε ξεκούρδιστα τα παιδιά σας
να συνθέτουν τραγωδίες δωματίων
που εσείς με μια λύπη χωρίς νεφρά και νεύρα
ακούτε αψεγάδιαστοι στον αυτισμό σας.

Αλί ο χειμώνας της κοινής λογικής.
Αλί και το λυκόστομα
που κόβει τα στήθη της πατρίδας.

Κι όλο το γάλα, αίμα.
Σε επέτειο παγωνιάς πληγιάζουν ονόματα.

~.~

ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΠΛΕ

Γεννήθηκα σε θύελλα Σαββάτου
σ’ ένα λιμάνι που πλοία δένανε τα σπλάχνα τους
κι όλα τα σάλιωνε μια νοτιά αψίκορη.
Η μάνα πέθανε αμέσως.
Κείνη την ώρα έπεσε, είπαν, μια πόρπη φεγγαριού
μέσα στη θάλασσα, τη διέλυσε.
Κι ανάσανα το μπλε το μελανί ως το μεδούλι.

Μ’ ανάθρεψαν κοκότες σ’ ένα σπίτι παρδαλό
που από κάτω του δερβίσηδες χορεύανε νταλκάδες.
Και το πιοτό, το σπέρμα, ο βαρύς καπνός
για μας σημαίνανε ψωμάκι. Άλλοι το λέγανε κατάντια.

Φοβάμαι μπλε, ακούω μπλε
τις νύχτες μεγαλώνω άδεια χρόνια
και κρύβω τη σιωπή μου
στον ήλιο ενός πορτοκαλιού.

~.~

ΔΕΟΥΣΑ ΣΗΜΑΣΙΑ

Όχθη μονή
αργό διπλό φεγγάρι
δέουσα σημασία.
Να το θυμηθείς: οι κραυγές των πραγμάτων
είναι οι σκιές τους.
Μια βάρκα, ένα δέντρο, ένα ξεχασμένο ποδήλατο,
η πέτρα που κάθισες
και τώρα είναι μαζί σου στο βυθό.
Η σκιά της ακόμα κλαίει στο χώμα.

~.~

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΕΛΟΣ

Tο επίτευγμα της ορμής άγνωστο περιθώριο.
Βεβαίως και φύονται οι γκρεμοί!
Αρκεί κενό και αόρατο κάλλος.
Κατόπιν τούτου, ξεκούμπωτο κεφάλι και ημίσκληρο.
Στην τραχεία όλα τα σκουριασμένα νανουρίσματα.
Η τελευταία ώρα ήταν έξαψη μα το σύμπαν αδιαφόρησε.
Καθότι δεν εκτιμά τις υπερβάσεις.
Κάθε ειρκτή ανοιχτή.
Θέλεις μένεις, θέλεις βγαίνεις.
Μην εξηγείς το φως σαν να ’τανε μουντζούρα

~.~

ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Γειτονεύουμε Ιησού.
Ζηλεύει ο κατιφές στ’ αυτί σου
και πληγωμένος πάντα, μου το χτυπάς.
Στο χαρτόκουτό μου φυτρώνει χορτάρι όταν βρέχει
κι αυτό ξέρω πως είναι ένα ακόμα θαύμα σου.
Κι όπως ριζώνει η αγωνία να μασήσω τα καρφιά των ημερών
ο βαθύς πόντος μέσα μου σε χαιρετά σα μελλοθάνατος.
Ποντίζομαι σε κάτι που μοιάζει με ζωή.
Δε σε πιστεύω. Μα σε αγαπώ.
Επειδή η μέρα που άργησες
−εκείνη η Παρασκευή− είναι από καιρό
μες στο λαιμό μου σφηνωμένη κόμπος
και μπόρα από ουρανό που έχει χάσει όλα του τα δόντια.

~.~

Στέλλα Δούμου 
Χρονορυχείο 
Εκδ. Θράκα, 2017
σελ. 32

~~.~~

Γιώργος Λίλλης, φωτογραφία– Γιώργος Λίλλης, Ο άνθρωπος τανκ (εκδόσεις Θράκα, 2017)

ΚΑΡΑΟΚΕ

φοράω τα τακούνια της μαμάς
ξέρεις, η μαμά έφυγε κι ο μπαμπάς
έρχεται πάντα σπίτι όταν έχει σκοτεινιάσει
του βάζω να φάει, δε μιλάμε
κουνάμε τα χέρια μας συγκαταβατικά
χειρονομούμε για την αγάπη
το δέντρο της αυλής το έκοψαν
ο παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια
ο αδελφός μου έφυγε μετανάστης στη Γερμανία
κι εγώ προβάρω τον ρόλο μου
—ένας μονόλογος που θα διασύρει τον Μπέκετ—
μασάω την κασέτα του Κραπ
στριμώχνω τον ήρωα
στην γωνία των παράξενων φθόγγων
και κλαίω

είμαι ο ήρωας που αγαπώ

~.~

ΚΛΟΥΒΙ

Λυπάμαι τον παπαγάλο μου.
αυτό το περήφανο πουλί
στριμωγμένο στο κλουβί
να έχει ξεχάσει τα βροχερά
δάση του Αμαζονίου
και να προσπαθεί απελπισμένα
για μια φέτα πεπόνι
να μάθει να μιλά
την ανθρώπινη λαλιά.

Θαυμάζω τον παπαγάλο μου.
φαίνεται πως με τον καιρό
αποφάσισε να υποχωρήσει
έχει πια συνηθίσει το κλουβί
παριστάνοντας καθημερινά
τον ρουφιάνο
για μια φέτα πεπόνι
ναι, για μια φέτα πεπόνι ρε αδελφέ.

~.~

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Θυμάμαι τον πατέρα να λέει:

εμείς δεν είχαμε να φάμε
εσείς δεν ξέρετε πώς είναι
να πεινάς
εσείς δεν ξέρετε τίποτα
γι’ αυτό δουλέψαμε εμείς
για να μάθετε εσείς
για να μην πεινάτε εσείς
για να γίνετε όπως πρέπει εσείς
και στον άνθρωπο πρέπει
το φαΐ πρέπει η αξία
ένας πρέπει άνθρωπος
είναι ένας πρέπει γιατρός
είναι ένας πρέπει δικηγόρος
μ’ ακούς;
είναι ένας πρέπει κάποιος
έχει ένα πρέπει όνομα
το όνομα είναι που μετράει
να λένε κοίτα τι έβγαλε
ο Περικλής και η Γεωργία
μ’ ακούς;
ένας άντρας
με σπίτι
ένας άντρας
με χρήματα
ένας άντρας
όπως πρέπει
μ’ ακούς;

σε ακούω πατέρα
στη γωνία στριμωγμένος
χρόνια σε ακούω
κι αλήθεια τι με νοιάζουν όλα αυτά
εγώ θέλω να ζήσω πατέρα
να πονέσω να κλάψω
ν’ αγαπήσω να ζήσω
πατέρα να ζήσω
μ’ ακούς;

~.~

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

ο γερο-Τζίμης γύρισε από τον πόλεμο
με μια σφαίρα στον δεξιό ώμο
αλλά δεν το έβαλε κάτω
παντρεύτηκε, έκανε παιδιά
όργωνε και έσπερνε κάθε χρονιά
κι όταν είδε πως τίποτα δε βγήκε απ’ αυτό
έφυγε μετανάστης στο Αμβούργο
να ξεφορτώνει στο λιμάνι μπανάνες
δώδεκα ώρες την ημέρα
κι ας πονούσε ο ώμος του
και τις νύχτες βογκούσε
ο γερο-Τζίμης ήταν σκληρό καρύδι
δεν το έβαζε κάτω
και με τα λεφτά που έστελνε
έθρεψε τη φαμίλια του
σπούδασε τα παιδιά του
χρόνια τώρα τον βλέπω στο καφενείο
με το ίδιο πάντα φθαρμένο σακάκι και τη μαγκούρα
τον γερο-Τζίμη που σπατάλησε
τα καλύτερα χρόνια της ζωής του
να κουβαλά μπανάνες
για να μεγαλώσει αυτά τα παιδιά
που ούτε ένα τηλέφωνο δεν τον παίρνουν
και με τη γυναίκα του οχτώ χρόνια πεθαμένη
τον γερο-Τζίμη που ονειρεύεται λιβάδια
ναι, λιβάδια
γεμάτα παπαρούνες

~.~

ΕΔΩ 

εδώ η ποίηση ανθεί σε γηροκομεία
εδώ οι γέροι είναι όπως τους γέννησε η μάνα τους

~.~

Γιώργος Λίλλης 
Ο άνθρωπος τανκ 
Εκδ. Θράκα, 2017
σελ. 32

~~..~~

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ